ἀσπάζομαι

ἀσπάζομαι
Grammatical information: v.
Meaning: `wellcome kindly, greet' (Il.).
Other forms: Aor. ἀσπάσασθαι
Dialectal forms: Myc. apasijojo PN perh. \/Aspsioio\/.
Derivatives: An old adjective is ἀσπάσιος `wellcome, cheerful' (Il.), after the adjectives in -σιος (Schwyzer 466, Chantr. Form. 41, cf. θαυμάσιος). Verbal adj. ἀσπαστός `wellcome' (Od.). ἀσπακῶς H., Schwyzer 417 n. 1.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Connected with σπάω as `draw to onself'; the ἀ- acc. to Kretschmer Glotta 12, 189f. from *ἀν-σπάζομαι. Seiler KZ 75, 1958, 21f. to ἐνέπω (\< n̥sp-); very doubtful. vW.: ἀ-copul. and *sekʷ- `follow, accompany', but the latter idea is not observable in ἀσπάζομαι.
Page in Frisk: 1,166

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασπάζομαι — ασπάζομαι, ασπάστηκα βλ. πίν. 36 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀσπάζομαι — welcome kindly pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασπάζομαι — (AM ἀσπάζομαι) 1. φιλώ 2. χαιρετώ θερμά, αγκαλιάζω 3. (για γνώμες, απόψεις) αποδέχομαι, παραδέχομαι 4. τυπικός χαιρετισμός στο τέλος επιστολής («σε ασπάζομαι») μσν. νεοελλ. 1. φιλώ, προσκυνώ εικόνες, άγια λείψανα ή νεκρό 2. προσχωρώ, προσκολλώμαι …   Dictionary of Greek

  • ασπάζομαι — [аспазомэ] р. (παθ …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ασπάζομαι — στηκα 1. υποδέχομαι με εναγκαλισμό, φιλώ: Τον ασπάστηκε με εγκαρδιότητα. 2. προσκυνώ με σεβασμό: Στο τέλος της λειτουργίας ασπάστηκε όλες τις εικόνες. 3. παραδέχομαι, συμφωνώ: Τις ίδιες ιδέες ασπαζόταν κι εκείνος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσπάσασθε — ἀσπάζομαι welcome kindly aor imperat mp 2nd pl ἀ̱σπάσασθε , ἀσπάζομαι welcome kindly aor ind mp 2nd pl (doric aeolic) ἀσπάζομαι welcome kindly aor ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλληλοασπάζομαι — ασπάζομαι κάποιον που συγχρόνως μού ανταποδίδει τον ασπασμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλο * + ασπάζομαι] …   Dictionary of Greek

  • ἀσπαζομένων — ἀσπάζομαι welcome kindly pres part mp fem gen pl ἀσπάζομαι welcome kindly pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαζόμενον — ἀσπάζομαι welcome kindly pres part mp masc acc sg ἀσπάζομαι welcome kindly pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασαμένων — ἀσπάζομαι welcome kindly aor part mp fem gen pl ἀσπάζομαι welcome kindly aor part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασάμενον — ἀσπάζομαι welcome kindly aor part mp masc acc sg ἀσπάζομαι welcome kindly aor part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.